Άσε, μια τελευταία φορά, να σου φιλήσω το χαμόγελό σου, όσο έχω ακόμη χείλη. – Γιάννης Ρίτσος
Ο στίχος «Άσε, μια τελευταία φορά, να σου φιλήσω το χαμόγελό σου, όσο έχω ακόμη χείλη» προέρχεται από το ποίημα «Ορέστης» του Γιάννη Ρίτσο και αντλεί τη σημασία του μέσα από το δραματικό πλαίσιο του αρχαίου μύθου. Ο Ορέστης, γιος του Αγαμέμνονα, επιστρέφει για να εκδικηθεί τη δολοφονία του πατέρα του σκοτώνοντας τη μητέρα του, Κλυταιμνήστρα. Ωστόσο, ο Ρίτσος δεν επικεντρώνεται στην πράξη της εκδίκησης, αλλά στο ψυχικό βάρος που τη συνοδεύει. Ο συγκεκριμένος στίχος τοποθετείται προς το τέλος του ποιήματος και αποτυπώνει μια κορυφαία στιγμή έντασης και συγκίνησης, λίγο πριν ή λίγο μετά την καθοριστική πράξη.
Σε πρώτο επίπεδο, ο στίχος εκφράζει μια βαθιά ανάγκη για τρυφερότητα και ανθρώπινη επαφή. Η επιθυμία για ένα «τελευταίο φιλί» υποδηλώνει αποχαιρετισμό, απώλεια και την επίγνωση ότι κάτι τελειώνει οριστικά. Το «χαμόγελο» του άλλου προσώπου λειτουργεί ως σύμβολο ζωής, οικειότητας και αγάπης, ενώ η φράση «όσο έχω ακόμη χείλη» προσθέτει μια δραματική διάσταση, σαν να απειλείται η ίδια η δυνατότητα της έκφρασης και της επαφής. Η εικόνα είναι έντονα λυρική, αλλά ταυτόχρονα φορτισμένη με προαίσθηση τραγικότητας.
Σε βαθύτερο επίπεδο, ο στίχος αναδεικνύει τη σύγκρουση ανάμεσα στο προσωπικό συναίσθημα και στο αμείλικτο χρέος που επιβάλλει ο μύθος. Αν το πρόσωπο που μιλά βρίσκεται μπροστά σε μια πράξη βίας ή οριστικής ρήξης, τότε αυτή η έκκληση για ένα τελευταίο φιλί λειτουργεί ως ύστατη προσπάθεια διατήρησης της ανθρώπινης πλευράς του. Η αγάπη και η τρυφερότητα αντιπαρατίθενται με την αναγκαιότητα της εκδίκησης, αποκαλύπτοντας το τραγικό δίλημμα του ήρωα. Ο Ρίτσος έτσι μετατρέπει τον μύθο σε ένα δράμα εσωτερικό, όπου το σημαντικό δεν είναι η πράξη, αλλά το τίμημά της.



